Οι δύο ερμηνείες του ποδοσφαίρου

Οι δύο ερμηνείες του ποδοσφαίρου

Aπό τον Γιάννη Τζερεμέ

Σύμφωνα με τους μαρξιστές, το ποδόσφαιρο συνιστά το όπιο του λαού. Μία άποψη που ασπάστηκαν αρκετοί. Οι θιασώτες της διατείνονται ότι ο αθλητισμός – και κυρίως ο βασιλιάς των σπορ – χρησιμοποιείται συχνά από την κοσμική εξουσία ως μέσο, για να απροσανατολίσει την κοινή γνώμη από θέματα που την ταλανίζουν. Τα φασιστικά καθεστώτα επαληθεύουν τους ισχυρισμούς τους, καθώς εργαλιοποίησαν το ποδόσφαιρο προκειμένου ο λαός να λησμονήσει τη ζοφερή πραγματικότητα που βίωνε.

 

Ενδεικτικό παράδειγμα, είναι ο δικτάτορας Βιδέλα και το Μουντιάλ του 1978, το οποίο διεξήχθη στην Αργεντινή. Η διεξαγωγή του θεωρήθηκε από τον Βιδέλα ως μια χρυσή ευκαιρία, για να αυξήσει εντός των συνόρων τη δημοτικότητά του και συνάμα να προβάλλει στο εξωτερικό την εικόνα της ‹‹δημοκρατικής›› χώρας.

 

Τα ΜΜΕ και κυρίως οι εκφωνητές των αγώνων υπηρέτησαν πιστά το σχέδιο των στρατιωτικών, το οποίο ήταν ο αποπροσανατολισμός της κοινής γνώμης. Ωστόσο, τον καταλυτικότερο ρόλο στο εγχείρημά του Αργεντίνου δικτάτορα διαδραμάτισε η κατάκτηση του Παγκοσμίου Κυπέλλου από την Εθνική Αργεντινής. Χαρακτηριστικές είναι οι δηλώσεις του Οσβάλδο Αρντίδες, μέλος της Εθνικής του 1978, στο
ντοκιμαντέρ Μουντιάλ 1978.

Άθελά μας σύνδραμε στο σχέδιο του καθεστώτος […]

 

Η δήλωσή του αποτυπώνει με τον πιο γλαφυρό τρόπο την πραγματικότητα της περιόδου. Αυτό συμβαίνει, διότι οι Αργεντίνοι μετά τη λήξη του τελικού, και για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, είχαν επικεντρώσει το ενδιαφέρον τους στην επιτυχία της Εθνικής τους ομάδας. Έτσι, αδιαφορούσαν για τις άθλιες οικονομικές συνθήκες που επικρατούσαν και για τις φρικαλεότητες που τελούνταν, όπως τα βασανιστήρια που διεξάγονταν στη λεγόμενη γυάλα. Αυτό οφειλόταν στο γεγονός ότι το τρόπαιο τόνωσε το πατριωτικό αίσθημα των Αργεντίνων, αλλά την ίδια στιγμή μετατράπηκε στο πέπλο που έκρυψε όλα τα κακώς κείμενα στην πατρίδα τους. Τέλος, δεν πρέπει να λησμονηθεί ότι ο Βιδέλα περηφανευόταν ότι η νίκη στο Μουντιάλ επιτεύχθηκε χάρη στη συνεργασία του καθεστώτος με τον λαό.

 

Αντίστοιχη είναι η περίπτωση του Μουντιάλ του 1934, το οποίο διοργανώθηκε στην Ιταλία. Οι πολιτικές που εφάρμοσε ο Μουσολίνι είχαν ως γνώμονα την κατάκτηση του τροπαίου από την Σκουάντρα Ατζούρα. Για τον Ιταλό δικτάτορα η συγκεκριμένη διοργάνωση είχε ως στόχο την ενίσχυση της ιταλικής οικονομίας και τη βελτίωση της εικόνας της χώρας στο εξωτερικό. Γι’ αυτό προέβη στη δημιουργία αθλητικών εγκαταστάσεων σε ολόκληρη την επικράτεια της Ιταλίας, σε απόδοση της ιταλικής ιθαγένειας σε παίκτες που είχαν ιταλική καταγωγή και στην παροχή οικονομικών κινήτρων στους οπαδούς που θα ταξίδευαν στην Ιταλία, για να παρακολουθήσουν την Εθνική τους ομάδα.

 

Οι Ιταλοί κατόρθωσαν με την αρωγή της διαιτησίας, τόσο στον προημιτελικό ενάντια στην Ισπανία όσο και στον ημιτελικό με την Αυστρία, να φτάσουν στον τελικό, όπου επικράτησαν επί της Τσεχοσλοβακίας με σκορ 2-1. Ο στόχος για τον Μουσολίνι είχε επιτευχθεί, καθότι η κατάκτηση του τροπαίου από τους Ιταλούς συνέβαλε τα μέγιστα, ώστε ο ιταλικός λαός να ενωθεί, να αισθανθεί εθνικά υπερήφανος και παράλληλα να “συγχωρέσει’’ τα αμαρτήματα του δικτάτορά τους.

 

Παρ’ όλα αυτά, εντός της κοινωνίας θα εντοπίσουμε άτομα που εκφέρουν την εκ διαμέτρου αντίθετη γνώμη. Με πιο απλά λόγια, για εκείνους το ποδόσφαιρο δεν αποτελεί το όπιο του λαού, αλλά ο παράγοντας που τον αφυπνίζει, τον συσπειρώνει και τον βοηθάει να εκφράσει τη δυσαρέσκεία του ή τα αιτήματά του. Τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν την άνοιξη του 2023 στην Τουρκία και η αποικιοκρατική περίοδος στην Αφρική είναι μερικά από τα παραδείγματα που επαληθεύουν τον άνωθεν ισχυρισμό, σύμφωνα με εκείνους.

 

Οι αντικυβερνητικές διαδηλώσεις προς το πρόσωπο του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν ξεκίνησαν από το πάρκο Γκεζί τον Μάιο του 2013. Εκεί είχαν συγκεντρωθεί αρχικά ελάχιστα μέλη περιβαλλοντικών οργανώσεων που διαμαρτύρονταν για τη μετατροπή του πάρκου σε εμπορικό κέντρο. Η τουρκική αστυνομία με τη χρήση βίας προσπάθησε να τους απομακρύνει. Η ενέργειά της μεταφράστηκε ως μια ακόμα απόδειξη
οίησης και αυταρχισμού της κυβέρνησης. Ως εκ τούτου, οι Τούρκοι αντέδρασαν και ξεχύθηκαν στους δρόμους.

 

Σημαντικό ρόλο όμως στις διαδηλώσεις κατείχαν οι οργανωμένοι οπαδοί των Μπεσίκτας, Γαλατασαράι και Φενέρμπαχτσε, οι οποίοι ενώθηκαν για πρώτη φορά στην ιστορία τους, για να εκφράσουν τη δυσαρέσκειά τους προς τον Τούρκο Πρόεδρο. Η συμμαχία τους και οι σκληρές μάχες που έδιναν με την αστυνομία παρακίνησαν πλήθος κόσμου να εγκαταλείψει την ασφάλεια του σπιτιού του και να
συμμετάσχει στις κινητοποιήσεις, αγνοώντας τον φόβο που το διακατείχε. Συνεπώς, το κίνημα που γεννήθηκε κατά του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν από το πάρκο Γκεζί άντεξε και γιγαντώθηκε για δύο λόγους.

 

Ο πρώτος ήταν η απέχθεια που έτρεφαν οι διαδηλωτές για τον Τούρκο Πρόεδρο, διότι τον θεωρούσαν δικτάτορα, και ο δεύτερος ήταν οι οργανωμένοι οπαδοί των τριών μεγάλων τουρκικών ομάδων, που έδρασαν ως πηγή έμπνευσης για αρκετούς και ταυτόχρονα ως προστάτες του κινήματος, αποκρούοντας την αστυνομική βία.

 

Το 1896 η Ιταλία έθεσε υπό την κυριαρχία της τα εδάφη της Ερυθραίας και από την πρώτη στιγμή η αποικιακή διοίκησή της ακολούθησε μια πολιτική φυλετικού διαχωρισμού, η οποία έγινε εντονότερη με την άνοδο του Μουσολίνι στην εξουσία το 1922. Αυτό σημαίνει ότι οι Ιταλοί και οι ιθαγενείς απαγορευόταν να συχνάζουν στα ίδια καταστήματα, όπως στους κινηματογράφους, να περπατάνε στο ίδιο πεζοδρόμιο κ.ά. Το ίδιο ίσχυε και στο ποδόσφαιρο, καθώς η Ιταλική Ολυμπιακή Επιτροπή (CONI) είχε θεσπίσει νόμο με τον οποίο δεν επέτρεπε τη συνύπαρξη Ιταλών και γηγενών στον αθλητισμό. Η ρατσιστική τους πολιτική είχε ως απότοκο τη δημιουργία δύο πρωταθλημάτων στην Ερυθραία. Το ένα απαρτιζόταν αποκλειστικά από ιταλικές ομάδες και το άλλο από τοπικές.

 

Μολαταύτα, το 1945 η Χαμασιέν, που δημιουργήθηκε από τη συγχώνευση των έξι τοπικών ομάδων της Ερυθραίας, λαμβάνει μέρος στο πρωτάθλημα των ιταλικών ομάδων και τερματίζει στη δεύτερη θέση. Η συμμετοχή της για πολλούς θεωρήθηκε ως αποτέλεσμα της ήττας των Ιταλών από τις βρετανικές δυνάμεις το 1941. Μια ήττα που σηματοδότησε την αποχώρησή τους από την Ερυθραία και την κατάργηση των φυλετικών διακρίσεων από τη βρετανική διοίκηση. Η αλήθεια όμως είναι διαφορετική. Ο τραυματισμός ενός γηγενή το 1944, που αγωνιζόταν στο τοπικό πρωτάθλημα, και η οικονομική αδυναμία του να καλύψει τα έξοδα της θεραπείας του οδήγησαν τους τοπικούς συλλόγους να αποφανθούν ότι η συμμετοχή στο πρωτάθλημα των ιταλικών ομάδων ήταν αναγκαία.

 

Έτσι, το ατυχές γεγονός στάθηκε η αιτία για την γένεση της Χαμασιέν. Η νεοϊδρυθείσα ομάδα ζήτησε τη βοήθεια των Βρετανών, για να επιτύχει τον στόχο της. Οι Βρετανοί κατέθεσαν το αίτημά της στην CONI, η οποία είχε παραμένει υπεύθυνη για τον αθλητισμό στην Ερυθραία. Το αίτημα της Χαμασιέν απορρίφθηκε από την αρμόδια αρχή με βάση το άρθρο του καταστατικού της, το όποιο απαγόρευε τη συμμετοχή μη Ιταλών στο πρωτάθλημα των ιταλικών ομάδων της Ερυθραίας. Η αρνητική τροπή στο σχέδιο τους δεν πτόησε τους ιθαγενείς.

 

Χωρίς να χρονοτριβήσουν ζήτησαν τη συμβολή ενός Ιταλού, που εργαζόταν στη ζυθοποιία Μελότι. Αυτός τους πρότεινε να αγοράσουν ένα κύπελλο και εν συνεχεία να προκαλέσουν τις ιταλικές ομάδες να το διεκδικήσουν. Η Eritrea αποδέχθηκε την πρόκληση. Ο αγώνας έληξε 3-2 υπέρ της Χαμασιέν. Η νίκη της και η διεξαγωγή φιλικών αναμετρήσεων με άλλες ιταλικές ομάδες έδρασαν καταλυτικά για τη συμμετοχή της στο πρωτάθλημα των ιταλικών ομάδων. Όλα τα παραπάνω αναπτέρωσαν το ηθικό των ιθαγενών και με πέρασμα του χρόνου εξελίχθηκαν σε φανατικούς οπαδούς της.

 

Η μαζική και ένθερμη υποστήριξή της δεν ήταν τυχαία, καθότι για εκείνους η Χαμασιέν αποτέλεσε την πρωιμότερη μορφή αντίστασης κατά των αποικιοκρατικών διοικητών. Κάθε νίκη της επί των ιταλικών ομάδων μεταφραζόταν από τους οπαδούς της ως μια κερδισμένη μάχη κατά του δυνάστη. Εν ολίγοις, η Χαμασίεν είναι για τους ιθαγενείς το πρώτο σύμβολο αντίστασης κατά των αποικιοκρατικών δυνάμεων. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, είναι η περίοδος που η ομάδα τους αποσύρθηκε από το πρωτάθλημα των ιταλικών ομάδων ως ένδειξη διαμαρτυρίας για τις εχθρικές διαιτησίες αλλά και τους κανονισμούς της CONI. Οι οπαδοί της έμειναν πιστοί και στήριξαν την απόφαση του σωματείου τους, γιατί για εκείνους ήταν παραπάνω από ένας ποδοσφαιρικός σύλλογος.

 

Ως εκ τούτου, θα λέγαμε ότι το ποδόσφαιρο έχει δύο ερμηνείες. Από τη μια λειτουργεί ως ένας παράγοντας που αποπλανεί την κοινή γνώμη, ωραιοποιεί τις δυσμενείς συνθήκες διαβίωσης ενός λαού και παράλληλα σε ορισμένες περιπτώσεις είναι το συγχωροχάρτι για τα φασιστικά καθεστώτα, λόγου χάρη Βιδέλα και Μουσολίνι. Από την άλλη, παρέχει τη δυνατότητα να εκφραστούν με παρρησία οι καταπιεσμένοι και να ενωθούν προκειμένου να επιτύχουν τον σκοπό τους.

 

Με πιο απλά λόγια, το ποδόσφαιρο ανάλογα τις επικρατούσες κοινωνικές συνισταμένες μετατρέπεται ενίοτε σε δούρειο ίππο και άλλοτε συμβάλει, ώστε το όνειρο να αποκτήσει σάρκα κι οστά. Συνεκδοχικά λοιπόν σκεπτόμενοι, καταλήγουμε στο πόρισμα ότι το ποδόσφαιρο είναι το όπιο του λαού μερικές φορές, όμως σε άλλες είναι η σπίθα για την αφύπνιση και τη διεκδίκηση.

Παρί Σεν Ζερμέν-Λίβερπουλ
Ζορίζουν τα πράγματα για την ΑΕΛ, Χ το άθλιο Πανσερραϊκός-Αστέρας Τρίπολης
Ρόινστον Ντρέντε

One Response

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *

Cult
24

Συνεργαστείτε
μαζί μας

Privacy Overview
Cult24

This website uses cookies so that we can provide you with the best user experience possible. Cookie information is stored in your browser and performs functions such as recognising you when you return to our website and helping our team to understand which sections of the website you find most interesting and useful.

Απαραίτητα Cookies

Το αυστηρώς απαραίτητο cookie θα πρέπει να είναι ενεργοποιημένο ανά πάσα στιγμή, ώστε να μπορέσουμε να αποθηκεύσουμε τις προτιμήσεις σας για ρυθμίσεις cookie.

Αναλυτικά Cookies

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Google Analytics για τη συλλογή ανώνυμων πληροφοριών, όπως τον αριθμό επισκεπτών στον ιστότοπο και τις πιο δημοφιλείς σελίδες.

Η διατήρηση αυτού του cookie μας επιτρέπει να βελτιώσουμε τον ιστότοπό μας.