Cliff Levingston

1446494493

Τον Ατλαντικό τον πέρασε το καλοκαίρι του 1992, για να φτιάξει στον ΠΑΟΚ μια μεγάλη ομάδα με Κεν Μπάρλοου, Μπάνε Πρέλεβιτς, Τζον Κόρφα και Παναγιώτη Φασούλα, μια ομάδα που έφτασε ως το φάιναλ φορ του Ευρωπαϊκού πρωταθλήματος στο ΣΕΦ. Με τον ΠΑΟΚ στο ελληνικό πρωτάθλημα ο Λέβινγκστον είχε 14.0 πόντους ανά αγώνα, 10.7 ριμπάουντ, 1.1 τάπες, 1.1 κλεψίματα και 1.5 ασίστ, σουτάροντας με 52% στα δίποντα, 18% στα τρίποντα και 66% στις βολές.



Πρώτο του παιχνίδι απέναντι στον Άρη (είχε 16 πόντους και 10 ριμπάουντ) και ο ίδιος αφηγείται μια απίστευτη εμπειρία: «Όταν αρχικά μπήκα για ζέσταμα μία ώρα πριν από το ματς όλα ήταν νορμάλ κι όταν επέστρεψα ένα πυκνό σύννεφο καπνού είχε καλύψει τα πάντα. Ήταν ο καπνός των τσιγάρων. Σοκαρίστηκα. Έλεγα στους ανθρώπους του ΠΑΟΚ ότι στο NBA απαγορεύεται το κάπνισμα μέσα στο γήπεδο και μου απαντούσαν πως και στην Ελλάδα απαγορεύεται».

Με τον Άρη είχε ζήσει και άλλο περιστατικό: «Κάποια στιγμή πήγα να παρακολουθήσω έναν ευρωπαϊκό αγώνα του Άρη και βρέθηκαν κάποιοι που άρχισαν να με φτύνουν και να με βρίζουν».

Στα highlights του τη σεζόν, το 2ο παιχνίδι του απέναντι στον Παναθηναϊκό, ο ΠΑΟΚ κέρδισε με 79-74 και ο Λέβινγκστον είχε 18 πόντους, 10 ριμπάουντ και 4 τάπες με 7/14 δίποντα. Απέναντι στον Πανιώνιο είχε στο 73-57 της ομάδας του 20 πόντους, 12 ριμπάουντ, 2 κλεψίματα και 6 ασίστ με 7/11 δίποντα, ενώ το ρεκόρ ριμπάουντ του το έκανε κόντρα στο Παγκράτι που είχε (79-64 ο ΠΑΟΚ) 12 πόντους, 15 ριμπάουντ, 1 κλέψιμο, 1 τάπα και 4 ασίστ με 4/8 δίποντα. Μόλις δύο φορές όλη τη σεζόν είχε μονοψήφιο νούμερο και σε πόντους και σε ριμπάουντ (στη μία έπαιξε λίγο γιατί ο ΠΑΟΚ κέρδισε πολύ εύκολα).


Στα πλέι οφς στα προημιτελικά κόντρα στον Ηρακλή έκανε το ρεκόρ πόντων του στη χώρα μας με 24 πόντους(8 ριμπάουντ, 2 τάπες, 1 ασίστ) με 9/10 δίποντα και 1/2 τρίποντα, ενώ στο 2ο ματς είχε 18 πόντους, 15 ριμπάουντ, 2 κλεψίματα και 3 ασίστ.

Στην καταστροφική για τον ΠΑΟΚ σειρά με τον Ολυμπιακό στα ημιτελικά είχε 20 πόντους και 8 ριμπάουντ στο πρώτο ματς (στο 48-57 και το σπάσιμο έδρας του Ολυμπιακού στο παιχνίδι που ο Μπάρλοου έβαλε 3 πόντους με 1/3 σουτ), ενώ είχε 20 πόντους και 10 ριμπάουντ στο 3ο παιχνίδι, το μοναδικό που κέρδισε ο ΠΑΟΚ στη σειρά (70-64). Στον 2ο μικρό τελικό κόντρα στον Πανιώνιο είχε 19 πόντους, 15 ριμπάουντ και 3 τάπες, με τον ΠΑΟΚ να παίρνει με 3-0 τη σειρά.

Στην Ευρώπη, ο ΠΑΟΚ έκανε εκπληκτική σεζόν. Με 8-4 τερμάτισε πρώτος στον όμιλό του στο Ευρωπαϊκό πρωτάθλημα για να πάρει την πρόκριση για τα προημιτελικά. Απόλυτο highlight το ματς κόντρα στην Μπανταλόνα, όπου ο Λέβινγκστον είχε 20 πόντους και 13 ριμπάουντ με 7/9 δίποντα και 2/2 βολές στην εκπνοή για το 83-81 του ΠΑΟΚ. Στο 71-82 εκτός έδρας με την Τσιμπόνα είχε 23 πόντους, 13 ριμπάουντ και 4 κλεψίματα, ενώ κόντρα στη Σκαβολίνι είχε 23 ριμπάουντ (και 11 πόντους) στο 69-65 του ΠΑΟΚ.

Ο ΠΑΟΚ στα προημιτελικά έπαιξε με την Ορτέζ, κέρδισε με 86-103 στο πρώτο ματς με τον Λέβινγκστον να έχει 17 πόντους και 10 ριμπάουντ με 7/11 σουτ απέναντι στον Μουρεσάν (29 πόντους, 13 ριμπάουντ στο ματς) και ένα εκπληκτικό κάρφωμα:

https://www.youtube.com/watch?v=L7HedvsdNCI

Στο δεύτερο παιχνίδι στην έδρα του ο ΠΑΟΚ κέρδισε με 81-65 με τον Λέβινγκστον να έχει 19 πόντους και 11 ριμπάουντ και τον προπονητή της Ορτέζ να λέει μετά το ματς το χαρακτηριστικό: «Ούτε οι Μπουλς δεν κερδίζουν εδώ μέσα».

Φάιναλ φορ στο ΣΕΦ
για τον ΠΑΟΚ, ο Λέβινγκστον είχε 18 πόντους και 12 ριμπάουντ στον ημιτελικό κόντρα στην Μπενετόν Τρεβίζο, αλλά η κακή άμυνα του ΠΑΟΚ, η απουσία του Τσέκου (και το συνεπακόλουθο «πάρτι» του Ρουσκόνι με 23 πόντους) και ο μαγικός Τόνι Κούκοτς (15 πόντοι, 8 ριμπάουντ, 10 ασίστ, 2 κλεψίματα) του στέρησαν με 77-79 την πρόκριση στον τελικό, με τους παίκτες του ΠΑΟΚ να μην μπορούν να συνέλθουν.

Στον μικρό τελικό με τον Λέβινγκστον να έχει 11 πόντους και 10 ριμπάουντ (με 2/11 σουτ) ο ΠΑΟΚ κέρδισε με 76-70 τη Ρεάλ Μαδρίτης. Συνολικά εκείνη τη σεζόν στην Ευρώπη είχε 16.6 πόντους, 11.5 ριμπάουντ και 1.4 κλεψίματα με 55% στα δίποντα και 53% στα τρίποντα παίζοντας 30.7 λεπτά ανά αγώνα.

Για τον Λέβινγκστον η ήττα από την Μπενετόν κόστισε και το πρωτάθλημα στον ΠΑΟΚ: «Ήμασταν άπιαστοι στην κανονική διάρκεια, κάναμε μεγάλα παιχνίδια στα πλέι οφς, μας είχαν φαβορί, αλλά το χάσαμε με δική μας υπαιτιότητα. Στο καθοριστικό παιχνίδι με την Μπενετόν, δεν μας έφταιγε ούτε ο τραυματισμός του Τσέκου ούτε το άγχος. Δεν είχαμε άγχος ούτε νιώσαμε πίεση από τον κόσμο. Αντιθέτως, μας άρεσε που είχαμε 10.000 τρελαμένους οπαδούς μας που ήρθαν από τη Θεσσαλονίκη στην Αθήνα. Ήταν πολύ μεγάλη ευκαιρία, θέλαμε πάρα πολύ εκείνο τον τίτλο, αλλάγια έναν απίστευτο τρόπο χάσαμε την συγκέντρωσή μας και δεν παίξαμε ομαδικά στα 40΄ εκείνα λεπτά. Κι ενώ σε όλα τα προηγούμενα παιχνίδια μάς θαύμαζαν για την ομαδικότητά μας! Εμείς φταίμε κι όχι η τύχη των αντιπάλων που έβαλαν και κάποια απίθανα τρίποντα. Εμείς έπρεπε να τους σταματήσουμε με καλύτερη άμυνα. Δυστυχώς χάθηκε εκείνος ο τίτλος και η ευκαιρία να πατήσουμε στην κορυφή της Ευρώπης. Πονέσαμε πολύ. Χάσαμε και το πρωτάθλημα από το σοκ».



Ο Λέβινγκστον είχε υπογράψει διετές συμβόλαιο 2.4 εκατομμυρίων δολαρίων με τον ΠΑΟΚ, ο οποίος, όμως, του ζήτησε να δεχτεί μείωση το καλοκαίρι του 1993, καθώς δεν θα μπορούσε να ανταποκριθεί στο ποσό αυτό τη νέα χρονιά. Ο Αμερικανός το σκέφτηκε, αρνήθηκε και κατέληξε στην Ιταλία και την Μπάκλερ Μπολόνια, από την οποία δεν έχει και τις καλύτερες εντυπώσεις: «Εκεί δεν υπήρχε τίποτα που να θυμίζει τη χημεία που είχαμε στον ΠΑΟΚ. Ήταν η ομάδα του ενός, του Ντανίλοβιτς, γύρω από τον οποίο λειτουργούσε όλο το σύστημα. Δεν υπήρχε ομάδα, παρά μόνο αυτός».

Στην αρχή στη Θεσσαλονίκη τα πράγματα δεν ήταν εύκολα. Ο ίδιος αναφέρει ότι σκέφτηκε σοβαρά ότι έκανε λάθος και σχεδόν έφυγε όταν μάλωσε άσχημα με τον Ντούσαν Ίβκοβιτς στην αρχή της σεζόν, ή όταν «οι οπαδοί στην έδρα μιας αντίπαλης ομάδας μου πετούσαν φακούς και κέρματα. Όταν έσπασαν τους νιπτήρες στις τουαλέτες του γηπέδου και μου πετούσαν τα κομμάτια».

Αλλά όλα άλλαξαν στη συνέχεια: «Είναι εντελώς διαφορετικά από το NBA. Στην αρχή σκεφτόμουν ‘μήπως έκανα λάθος;’. Αλλά όσο περισσότερο το σκεφτόμουν τόσο συνειδητοποιούσα ότι έκανα τη σωστή κίνηση. Έπρεπε να φύγω. Οι Μπουλς δεν έδειξαν κανένα ενδιαφέρον παρότι βοήθησα την ομάδα να πάρει δύο τίτλους. Ήταν ώρα να πάω παρακάτω».

«Στην αρχή της χρονιάς νόμιζα ότι θα με διώξουν από την ομάδα, όταν μάλωσα με τον προπονητή», είπε. Αλλά τελικά έμεινε, πήρε ειδική άδεια να κοιμάται μόνος του στο δωμάτιο στα εκτός έδρας ματς, να κάνει λιγότερες προπονήσεις και να... πίνει coca-cola πριν τα ματς: «Είναι σαν πρόγραμμα κολεγίου εδώ από πλευράς αυστηρότητας. Αλλά οι άνθρωποι είναι πολύ ζεστοί και δεκτικοί. Μου φέρονται άψογα. Δεν υπάρχει ούτε ένα μέρος που να περπατήσω στο δρόμο και κάποιος να μην με προσέξει. Κάθε μέρα στην εφημερίδα λέει κάτι για μένα, σε ποιο εστιατόριο έφαγα, τέτοια πράγματα. Μου αρέσουν οι συμπαίκτες μου, κάνουμε πολλά πράγματα μαζί».

Ανέφερε (τον Απρίλιο του 1993) ότι σκεφτόταν να επεκτείνει το συμβόλαιό του για άλλα δύο χρόνια με τον ΠΑΟΚ, ότι μάθαινε ελληνικάκαι ότι σχεδίαζε να ανοίξει ένα μπεργκεράδικο στη Θεσσαλονίκη όταν θα έκλεινε την καριέρα του. Όλα άλλαξαν όταν ο ΠΑΟΚ του πρότεινε μείωση σε σχέση με τα συμφωνηθέντα, αλλά πια έχει μετανιώσει για τη φυγή του: «Σήμερα έχω καταλήξει στο εξής συμπέρασμα: Εκείνη τη χρονιά δεν έπρεπε να φύγω από τον ΠΑΟΚ. Έπρεπε να δεχτώ τη μειωμένη πρόταση που μου είχαν κάνει. Διότι ακολούθως κατάλαβα ότι ομάδα σαν τον ΠΑΟΚ, κόσμο σαν αυτόν του ΠΑΟΚ και πόλη σαν τη Θεσσαλονίκη δεν θα έβρισκα ποτέ ξανά στη ζωή μου».

 


 

Πηγή:http://www.ageofbasketball.net/