George Andrew Romero (1940-2017), o μετρ των ταινιών τρόμου

1501074920

Από την Κωνσταντίνα Δέδε

 

George Andrew Romero, ο παραγωγός, συγγραφέας, σκηνοθέτης κλασσικών ταινιών τρόμου που ποτέ δεν τον ενδιέφερε η χολυγουντιανή επιτυχία έφυγε από τη ζωή τα ξημερώματα της Κυριακής, 16ης Ιουλίου σε ηλικία 77 ετών παλεύοντας με τον καρκίνο του πνεύμονα αφήνωντας πίσω του μια τεράστια κληρονομιά.

Γεννήθηκε στις 4 Φεβρουαρίου του 1940 στο Μπρονξ της Νέας Υόρκης.  Ήταν γιος ενός commercial artist και ως έφηβος απολάμβανε να βλέπει ταινίες. Το The Tales of Hoffman (1951) για παράδειγμα, μια προσαρμοσμένη όπερα, ήταν μια πρώιμη επιρροή. Ως έφηβος δανείστηκε πολλές φορές την ταινία και την παρακολουθούσε χρησιμοποιώντας έναν προβολέα σπίτι του.  Έτσι σπούδασε στο Carnegie Mellon University στο Πίτσμπουργκ της Πενσυλβανίας με κεντρικά ενδιαφέροντα το θέατρο , την τέχνη, καθώς και τον κινηματογράφο. Στην αρχή της καριέρας του έκανε διαφημίσεις, μικρού μήκους ταινίες , ακόμη και διαφημιστικά για παιδικά ρούχα και δεν φαντάστηκε το κίνημα που θα δημιουργούσε  στην συνέχεια της καριέρας του.

Συγκεντρώνοντας αρκετό κεφάλαιο, το 1968 ο Romero με την πρώτη του μεγάλου μήκους ταινία, το περίφημο Night of the Living Dead, καθιερώθηκε ως ο βασιλιάς των ταινιών ζόμπι. Η ασπρόμαυρη αυτή ταινία κόστισε μόνο $100.000 και ήταν ουσιαστικά η αγωνιώδης κραυγή μιας ομάδας ανθρώπων που αναζητούν καταφύγιο για να ξεφύγουν από τα ζόμπι. Παρά τις δυσμενείς κριτικές που έλαβε όταν η Reader's Digest αφιέρωσε ένα άρθρο σε αυτήν λόγω των σκηνών βίας αλλά και του αφροαμερικανού πρωταγωνιστή, Duane Jones,  αυτό τελικά την έκανε πιο δημοφιλή και το κοινό την αγάπησε. Όπως δήλωσε ο Romero σε μια συνέντευξη του το 2014: “Δεν φανταστήκαμε ποτέ ότι θα αντιμετωπιζόταν ως ρατσιστικό το έργο. Αλλά επειδή ο χαρακτήρας παίχτηκε από Αφροαμερικανό δεν προσέχεις σχεδόν τίποτα άλλο. Δεν το είχαμε συνειδητοποιήσει, σε αντίθεση με τον Duane... Νομίζω ότι αυτό έκανε την ταινία ευρέως γνωστή" εξήγησε.

Τα επακόλουθα κέρδη από την επιτυχία του προαναφερθέντος επέτρεψαν στον Romero να πειραματιστεί και εκτός ζόμπι θεματολογίας, αλλά δυστυχώς χωρίς επιτυχία. Τα Τhere's Always Vanilla (1972), Season of the Witch (1972) και The Crazies (1973) αποδείχθηκαν απογοητευτικά κατά το κοινό.

Το 1978 επιστρέφει στα γνώριμα λημέρια των ζόμπι με το Dawn of the Dead (1978). Με ένα budget $500.000 και αναμένοντας περίπου 1,5 εκ., η ταινία έβγαλε 55 εκ. δολάρια παγκοσμίως και μπήκε στην κορυφή της λίστας με τα πιο cult films το 2003. Επιστρέφωντας στη θεματολογία σύγκρουσης ανθρώπων-ζόμπι, τα ζόμπι καταδιώκουν ανθρώπους σε ένα εμπορικό κέντρο. Η καυστικότητα του Romero είναι εμφανής κι εδώ σκιαγραφώντας τον άγριο καταναλωτισμό της εποχής.  Η συνέχεια έρχεται με το Day of the Dead (1985), μία εξίσου διάσημη ταινία, που έθετε το ζήτημα αν η ανθρώπινη φύση ή τα ζόμπι ήταν πιο επικίνδυνα μπροστά σε έναν μετα-αποκαλυπτικό κόσμο.

Εκείνη την περίοδο, στα 80s δηλαδή, γυρίστηκαν το Knightriders (1981), μία πιο μοντέρνα ταινία με διαγωνισμούς μοτοσυκλετιστών και το επιτυχημένο Creepshow (1982) του Stephen King, ένα ανθολόγιο ιστοριών βασισμένο σε κομικς τρόμου των 50s. Κατά το δεύτερο μισό των δεκαετιών 80s και 90s, κυκλοφόρησαν ταινίες του όπως το Monkey Shines (1988) που αφορά μια δολοφονική μαιμού, το Two Evil Eyes (1990) που είναι μικρές ιστορίες του Edgar Allan Poe σε συνεργασία με τον Dario Argento,το  The Dark Half (1993) βασισμένο σε νουβέλα του Stephen King και το Bruiser (2000) με θέμα έναν άνθρωπο που το πρόσωπο του έχει αντικατασταθεί από μια κενή άσπρη μάσκα.

Ο Romero επιστρέφει στην αναζωογόνηση των ζόμπι με το Land of the Dead (2005), την τέταρτη ταινία των ζόμπι franchise (“Dead” -), με μια παραγωγή 16 εκ. δολαρίων, την πιο ακριβή εκ των τεσσάρων. Εδώ η ενέργεια αυξάνεται καθώς έχουμε γρήγορους ρυθμούς, περισσότερη βία προκαλώντας έτσι τους φανς του είδους αλλά κι οποιονδήποτε αμύητο με θετικές κριτικές.  Συνέχισε με το Diary of the Dead (2007) που αφορά μια ομάδα φοιτητών όπου καθώς κινηματογραφούν μια δική τους ταινία τρόμου, καταλήγουν να κινηματογραφούν τα γεγονότα που ακολουθούν από την άνοδο των νεκρών.  Η τελευταία του ταινία Survival of the Dead (2009) στην οποία οι κάτοικοι των ακτών της Βόρειας Αμερικής καταπολεμούν ταυτόχρονα μια επιδημία ζόμπι ενώ ελπίζουν ότι μια θεραπεία θα κάνει τους νεκρούς συγγενείς τους να επιστρέψουν. Η ταινία γιορτάστηκε με την μετακόμισή του στο Τορόντο του Καναδά με ένα ιδιαίτερο zombie walk προς τιμήν του.

Συνολικά, αυτός ο ανεξάρτητος σκηνοθέτης που δεν τον ένοιαξε το χολυγουντιανο σύστημα  γύρισε 6 ταινίες με ζόμπι. Η πρώτη και σημαντικότερη τριλογία περιλαμβάνει το Night of the Living Dead, την ταινία με πάμπολλες επιθετικές κριτικές στην ταραχώδη δεκαετία του ’60, το Dawn of the Dead, μια σάτυρα στον καταναλωτισμό και το Day of the Dead, μια μελέτη της σύγκρουσης μεταξύ της επιστήμης και του στρατού.  Στη δεύτερη τριλογία (από το 2005 έως το 2009) κάθε μία ταινία εμπεριέχει έναν μοναδικό καθρέφτη της κοινωνίας μας, όπως η εξέταση της ταξικής σύγκρουσης στο Land of the Dead.

Ο Romero συμμετείχε και ως παραγωγός στο Dawn of the Dead (2004), μερικά remakes του Night of the Living Dead και στα νέα Day of the Dead (2008) και Crazies (2010) όπου απλά εξέφρασε τον θαυμασμό του, σε μίνι σειρές The Death of the Death πρόσφεροντας άπλετο gore αλλά και κοινωνικά μηνύματα, αφού η απαράμιλλη καυστικότητά του για την απληστία και την τρομοκρατία ήταν βασικό χαρακτηριστικό τους.  Το 1991 κάνει μια cameo εμφάνιση στο πασίγνωστο The Silence of the Lambs, ως ένας φυλακισμένος του Hannibal Lecter.  Πρόσφατα στράφηκε προς την δημιουργία των κώμικς με το The Empire of the Dead που ξεκίνησε το 2014, δημοσιεύτηκε από τη Marvel και συνδυάζει ζόμπι και βαμπίρ.

Ένας μέτρ του είδους, ένας εμπνευστής σε όσους τον ακολουθήσουν και ένας πραγματικά ταπεινός, ευγενικός και στοχαστικός άνθρωπος . Αν το καλοσκεφτεί κανείς, στον G. Romero χρωστάμε πολλά, τουλάχιστον κάποιοι από εμάς. Κι αυτό δεν οφείλεται απλά και μόνο στο ότι εμπνεύστηκε και κινηματογράφησε τα ζόμπι όπως τα ξέρουμε έκτοτε, αλλά γιατί προσέφερε σημαντικότατα στην αισθητική των ταινιών τρόμου, βασιζόμενος σε απλά μέσα. Η κληρονομιά του έργου του είναι όντως αδύνατο να υπολογιστεί, γιατί η επιρροή του βρίσκεται σε οποιοδήποτε έργο ομοιάζει και έπεται χρονικά από τα δικά του.