Χορεύοντας βαλς με τον Ζιντάν

1498236408

Του Θέμη Λιουδάκη

 

Τον 18ο αιώνα ένας καινούργιος χορός έκανε την εμφάνιση του στα ευρωπαϊκά σαλόνια. Ήταν το βαλς, ο πρώτος χορός που ο άντρας με τη συνοδό του ερχόταν σε στενή επαφή. Ο καβαλιέρος ζητούσε από τη ντάμα να χορέψουν, την έπιανε από τη μέση και στη συνέχεια στροβιλίζονταν με συνεχόμενες κινήσεις μέσα στην αίθουσα. Το γεγονός πως οι δύο χορευτές είχαν στενή σωματική επαφή προκάλεσε έντονες αντιδράσεις στους Ευρωπαίους και είχε απαγορευτεί σε ορισμένα μέρη της Γερμανίας και της Ελβετίας. Χαρακτηριστικά όπως ανέφεραν γερμανικά βιβλία του 18ου αιώνα «το βαλς είναι η απόδειξη της αδυναμίας του σώματος και του μυαλού της γενιάς μας». Το βαλς για χρόνια ήταν συνδεδεμένο με άσεμνες συμπεριφορές λόγω της στενής επαφής των χορευτών…

Αν κάνουμε όμως μία επιστροφή στο… μέλλον και πρέπει να ορίσουμε και πάλι τι είναι το βαλς θα μπορούσαμε να το κάνουμε βλέποντας τον Ζινεντίν Ζιντάν να «χορεύει» αντάμα με την μπάλα. Στα πόδια του, στο κεφάλι του, στο στήθος του. Όπως ήθελε εκείνος. Γιατί μόνο εκείνος ήξερε και είχε εκείνον τον μοναδικό τρόπο. για να την «κολλάει» και να ξεπερνάει με εκνευριστική -μερικές φορές- άνεση τους αντιπάλους του.

Ο πιο ωραίος χορός…

Το να προσπαθήσει κανείς μέσα σ’ ένα κείμενο να εστιάσει στις πιο σημαντικές στιγμές της καριέρας του Ζινεντίν Ζιντάν είναι σα να προσπαθείς να κρατήσεις την άμμο στα χέρια σου χωρίς να σου φύγει ούτε ένας κόκκος άμμου. Γι’ αυτό και θα εστιάσουμε σε μερικά από τα highlight του «Ζιζού».

Ένα από αυτά ήταν δίχως δεύτερη κουβέντα το Παγκόσμιο Κύπελλο του 1998 στην Γαλλία. Οι «τρικολόρ» ήξεραν πως έχουν μία μεγάλη ευκαιρία να γράψουν ιστορία. Και αυτό για πολλούς λόγους. Είχαν μία σούπερ «φουρνιά» από νεαρούς και έμπειρους ποδοσφαιριστές με τον Ζιντάν να ξεχωρίζει. Ήταν διοργανωτές κάτι που τους έδινε περισσότερο θάρρος, αλλά και άγχος, μα και άλλο… αέρα και ότι είχαν να γευτούν χαρά σε εθνικό επίπεδο από την κατάκτηση του Euro 1984.

Σε άλλα πιο εύκολα και σε άλλα πιο δύσκολα η εθνική ομάδα της Γαλλίας έπαιρνε αυτό που ήθελε:την πρόκριση. Μέχρι που έφτασε στον τελικό απέναντι στη Βραζιλία των πολλών αστέρων, μα με εκείνο του Ρονάλντο να λάμπει περισσότερο από κάθε άλλο.

Αν υπήρχαν δύσπιστοι για το αν ο Ζιντάν θα μπορούσε ποτέ να μπει στο ποδοσφαιρικό πάνθεον μετά από εκείνο το βράδυ θα πρέπει να άλλαξαν γνώμη. Ο μέσος της Γιουβέντους -ακόμη- σημείωσε δύο από τα τρία γκολ της Γαλλίας στη νίκη με σκορ 2-0. Και τα δύο με κεφαλιά, δείχνοντας σε όλο τον κόσμο ποιος ήταν ο καλύτερος παίκτης που έπαιζε σε κορυφαίο επίπεδο. Αλλά και ποιος ο καλύτερος γητευτής/ χορευτής της «στρογγυλής θεάς». Και όχι σε όποια και όποια ομάδα αλλά στη θρυλική «σελεσάο» που αν και προσπάθησε δεν μπορούσε με κανένα τρόπο να τον κόψει. Με τους Βραζιλιάνους να μένουν… ξεκρέμαστοι από το «φαινόμενο» που ήταν σκιά του καλού του εαυτού με διάφορες ιστορίες να έχουν γίνει γνωστές από τότε για το που οφειλόταν η τόσο κακή εικόνα του.

Από εκεί και πέρα ήταν θέμα χρόνου όλος ο πλανήτης να υποκλιθεί τόσο στους Γάλλους, όσο και στον Ζιντάν που είδε την αξία να χτυπάει απανωτά limit up στο ποδοσφαιρικό χρηματιστήριο και να γίνεται για μερικά χρόνια η ακριβότερη μεταγραφή στην ιστορία του αθλήματος.

…και ο τελευταίος χορός

Ο Ζινεντίν Ζιντάν από ένας πολύ καλός παίκτης έγινε σπουδαίος (στη συνείδηση των περισσότερων) και άλλαξε επίπεδο στο Παγκόσμιο Κύπελλο του 1998 και κάπως έτσι ήθελε να κλείσει το ποδοσφαιρικό του κεφάλαιο ο «Ζιζού» στα γήπεδα της Γερμανίας στο Μουντιάλ του 2006. Και όχι μόνο να το κλείσει αλλά να του δώσει μία άλλη διάσταση. Θρυλική. Να το… τερματίσει. Και παρά το γεγονός πως ήταν 34 ετών τότε και είχε κάνει γνωστό πως μετά το τέλος της διοργάνωσης θα κρεμούσε τα παπούτσια του σε κάθε ματς ο ποδοσφαιρικός πλανήτης τον έβλεπε να τα δίνει όλα.

Όχι απλά σα να ήταν ένα ακόμη κρίσιμο ματς που έπρεπε να παίξει καλά και να οδηγήσει τους συμπαίκτες του στη νίκη. Αλλά σα να κρεμόταν η ίδια του η ζωή από εκεί πέρα! Άλλωστε το γεμάτο ιδρώτα πρόσωπό του ήταν αυτό που μαρτυρούσε την υπεράνθρωπη προσπάθεια. Αυτό το πρόσωπο ήθελε να έχει «καθαρό» και όταν θα αντίκριζε τα παιδιά του μετά τον τελικό με την Ιταλία και έτσι δεν μπόρεσε να μείνει απαθής και ψυχρός (επαγγελματίας) στα «γαλλικά» του Μάρκο Ματεράτσι για τη μάνα του και τη γυναίκα του. Δεν θα μπορούσε το τέλος ενός τέτοιου παίκτη να ήταν… συμβατικό.