Trainspotting & T2 Trainspotting

1489346841

Από τον Γιώργο Σαββίδη

“Choose life. Choose a job. Choose a career. Choose a family. Choose a fucking big television, Choose washing machines, cars, compact disc players, and electrical tin can openers. Choose good health, low cholesterol and dental insurance. Choose fixed-interest mortgage repayments. Choose a starter home. Choose your friends. Choose leisure wear and matching luggage. Choose a three piece suite on hire purchase in a range of fucking fabrics. Choose DIY and wondering who the fuck you are on a Sunday morning. Choose sitting on that couch watching mind-numbing spirit-crushing game shows, stuffing fucking junk food into your mouth. Choose rotting away at the end of it all, pishing your last in a miserable home, nothing more than an embarrassment to the selfish, fucked-up brats you have spawned to replace yourself. Choose your future. Choose life . . . But why would I want to do a thing like that? I chose not to choose life: I chose something else. And the reasons? There are no reasons. Who needs reasons when you've got heroin?

 

Και κάπως έτσι μας συστήθηκε το Trainspotting το 1996. Με έναν Ewan McGregor να τρέχει σαν τρελός για να ξεφύγει από μια κλοπή και μέσα στα πρώτα 5 λεπτά έχουμε δει όλη την παρέα που θα μας συνοδεύσει στην υπόλοιπη ταινία. Sick Boy, Spud, Begbie. Υπάρχει καλύτερο exposition; Μια παρέα νεαρών στη δεκαετία των 80’s στη Σκωτία που απαρνείται το μεγάλο όνειρο της καπιταλιστικής κοινωνίας και όσα αυτά τους προσφέρει(ζωή, δουλειά, καριέρα, οικογένεια, μεγάλη τηλεόραση κλπ.) Ψάχνει την ηδονή σε κάτι που καλύτερο από το σεξ. “Πολλαπλασίασε τον καλύτερο οργασμό που είχες επί 1000 και πάλι δεν είσαι ούτε κατά διάνοια κοντά”. Και αυτή η ηδονή είναι η ηρωίνη. Αυτή η τόσο γλυκιά ηδονή που όσο κι αν θες να της ξεφύγεις, αυτή έρχεται και σε βρίσκει.

Αυτή είναι η ζωή του Renton(Ewan McGregor) στο Εδιμβούργο. Κλοπές, μπύρες με τους “mates”, διασκέδαση σε κλαμπ και φυσικά η ηρωίνη, από το μαγείρεμά της ως την απόλαυση. Ένας επαναλαμβανόμενος κύκλος που μέσα του περικλείει όλη την απογόητευση μιας γενιάς που ήθελε να ξεφύγει από τις κοινωνικές νόρμες που είχαν ετοιμάσει για αυτήν χωρίς η ίδια να το θελήσει(πόσο οξύμωρο μπορεί να φαίνεται αυτό σήμερα, που δεν έχουμε ούτε καν αυτή τη δυνατότητα να “επιλέξουμε ζωή” χωρίς καν την εύκολη εύρεση εργασίας και μιας ζωής που η πρόσβαση στα υλικά αγαθά είναι πιο εύκολη). Κι όμως αυτή η παρέα καταφέρνει και περνάει καλά και να ζει με τον τρόπο που επιθυμεί. Αλλά βλέπουμε κιόλας τον τρόπο με τον οποίο μπορεί κάποιος πολύ εύκολα μπορεί να παρασυρθεί και να πέσει σε αυτόν το δρόμο χωρίς επιστροφή(βλ. Tommy).

Αλλά η ζωή δεν είναι μόνο ναρκωτικά και πάρτι. Υπάρχουν και οι συνέπειες των πράξεων που κάνει ο καθένας στη ζωή. Φυλακή, προγράμματα απεξάρτησης, AIDS και φυσικά ο θάνατος. Όλα τα ευχάριστα κάποτε τελειώνουν και η παρέα από τη Σκωτία έρχεται αντιμέτωπη με την πραγματική ζωή, όταν έχει περάσει η ευφορία των ναρκωτικών. Και τότε είναι που πρέπει να επιλέξεις ζωή. Είτε μέσα στα ναρκωτικά είτε έξω από αυτά. Αλλά ακόμα κι αν αλλάξεις πόλη, αυτά θα σε κυνηγούν. Όπως και οι παρέες σου φυσικά(μη δεις την ταινία με τους γονείς σου, γιατί θα σε πρήζουν μετά για το πόσο κακή επιρροή μπορεί να είναι οι φίλοι σου). Και τελικά φτάνεις στο σημείο από εκεί που διατυμπανούσες ότι “διάλεγες να μη διαλέξεις ζωή” στο σημείο να “χαίρεσαι που αποφάσιζεις” να “διαλέξεις ζωή, δουλειά, οικογένεια, τη μεγάλη τηλεόραση, το αμάξι, το ψηφιακό δίσκο, τα ηλεκτρικά ανοιχτήρια, την καλή υγεία, τη χαμηλή χοληστερόλη, την ασφάλεια δοντιών κλπ.”


Το “Trainspotting” είναι μια μεταφορά του βιβλίου του Irvine Welsh που γράφτηκε το 1993 και 3 χρόνια μεταφέρθηκε στη μεγάλη οθόνη από τον Danny Boyle. Ενώ δεν είχε θετική αποδοχή από πολλούς κριτικούς, κατάφερε και συνεπήρε τη γενιά των 90’s που έβλεπε σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό τον εαυτό της σε έναν παραμορφωμένο καθρέπτη. Και όχι μόνο αυτοί. Και όλοι εμείς που ανακαλύψαμε αργότερα την ταινία βλέπαμε(και ακόμη βλέπουμε) τους χαμένους κόπους, τις ελπίδες και τα χαμένα όνειρα. Και ποια είναι η φυγή;

Η ταινία του Boyle δεν είναι διδακτική(και ούτε ήταν αυτός ο σκοπός της). Σε παρασύρει στον καταιγιστικό της ρυθμό να επιλέξεις εσύ τι θέλεις να κάνεις. Και το πετυχαίνει αυτό με διάφορους τρόπους. Πρώτα απ’όλα, με τις έξοχες ερμηνείες. Εξαιρετικό κάστινγκ που κανένας δεν υστερεί. O Ewan McGregor ως Renton, ένας νέος που αναγνωρίζει τα ελαττώματά του, αντιλαμβάνεται τις καταστάσεις που τον περιβάλλουν και προσπαθεί να ξεφύγει από την ηρωίνη. Ο Spud(Ewan Bremner), ως μια φιγούρα αστεία αλλά και τραγική παράλληλα, ο Sick Boy(Jonny Lee Miller) ως ο τύπος με τις εγκυκλοπαιδικές γνώσεις που καταφέρνει εύκολα να ξεφεύγει και επιζητεί, το μεγάλο κόλπο, ο Tommy(Kevin McKidd), ως το παιδί που αποφεύγει τα ναρκωτικά και ακολουθεί υγιεινή ζωή μέχρι που τον χωρίζει η Lizzy, ο Begbie(θεός Robert Carlyle από το Full Monty) στο ρόλο του ψυχοπαθή αλκοολικού που ψάχνει ευκαιρία για ξύλο και της υπέροχης Diane(Kelly MacDonald), μιας μαθήτριας που ερωτεύεται τον Renton και λειτουργεί πιο ώριμα από όλους τους υπόλοιπους.

Αλλά και η μουσική της ταινίας είναι απλά αριστουργηματική και με διαφορά ένα από τα καλύτερα soundtrack όλων των εποχών σε κινηματογραφική ταινία. Iggy Pop, Brian Eno, Primal Scream, New Order, Blur, Lou Reed, Pulp είναι μόνο μερικοί από τους καλλιτέχνες που με τα τραγούδια τους συνδέονται αναπόδραστα με την ταινία. Η επιλογή τους όχι μόνο δεν είναι τυχαία, αλλά λειτουργεί τόσο υπέροχα αντιστικτικά με τη δράση της ταινίας που σκέφτεσαι ότι τα τραγούδια γράφτηκαν για την ταινία(κάτι που δεν έχει γίνει φυσικά).

Το μουντό περιβάλλον της Σκωτίας, τα σουρεαλιστικά πλάνα του Boyle που σε βυθίζουν στη δίνη της ηρωίνης, η καταιγιστική δράση, οι αστείοι διάλογοι είναι ακόμη μερικοί λόγοι που η ταινία μνημονεύεται 20 χρόνια μετά και οδήγησε και σε σίκουελ το “T2 Trainspotting”. Στο φινάλε, όμως, αυτό που σημαίνει είναι να διαλέγεις εσύ τη ζωή που θέλεις, ακόμα κι αν επιλέγεις να μη διαλέξεις ζωή.

 

 

Από τον Γιώργο Βαρούχα



Τα χρόνια πέρασαν. Το trailer για την ταινία sequel έφτασε. Δεν το είδα γιατί ήθελα να μην σχηματίσω εικόνα για το πως θα ήταν τα αγαπημένα μας πρεζάκια τρελόπαιδα 20 χρόνια μετά.

Ο Mark Renton επιστρέφει στο Εδιμβούργο μετά από 20 χρόνια να δει την πόλη και τους φίλους του. Φαίνεται υγιής και έχει βάλει την ζωή του σε έναν δρόμο. Ο Spud είναι σε κατάθλιψη έχοντας χωρίσει με την αγαπημένη του, ο Sick Boy όταν δεν σνιφάρει κόκα και δεν σερβίρει σε ηλικιώμενους στην παμπ της θείας του, προσπαθεί να βγάλει λεφτά με απατεωνιές έχοντας μια Βουλγάρα συνεργό και ο Begbie προσπαθεί να αποφυλακιστεί εδώ και καιρό ανεπιτυχώς. Κανείς δεν χαίρεται που τον βλέπει αλλά σιγά σιγά τα πράγματα θα τους οδηγήσουν σε έναν κοινό δρόμο.

"Είναι 20 χρόνια γηραιότεροι αλλά κανείς τους δεν έγινε πιο σοφός", έλεγε ο Danny Boyle όταν πρωωθούσε την ταινία. Αυτό δεν άλλαξε γιατί παραμένουν όλοι σάπιοι μολονότι δεν είναι πλέον οι Renton, Sick Boy, Spud και Begbie. Είναι οι Mark, Simon, Danny και Francis αντίστοιχα. Ένα άλλο που δεν αλλάζει και δεν θα αλλάξει ποτέ γι’αυτούς είναι το μότο "διάλεξε ζωή" που έλεγαν από τότε που ήταν νέοι. Ο Mark πολύ γρήγορα καταστρέφει την εικόνα που χτίζει στην αρχή και επιλέγει τον δρόμο του γυρισμού στην πόλη του. Δεν είναι λόγω νοσταλγίας: είναι μονόδρομος. Συνειδητοποιεί ότι η επιστροφή του και η συνάντηση με τους φίλους που έκλεψε χρόνια πριν είναι η μόνη του επιλογή. Είναι ένας τουρίστας στην νιότη του όπως του τονίζει ο Simon. Ο οποίος μολονότι δεν είναι πια ο Sick Boy σύμφωνα με τα λεγόμενα του Mark, παραμένει ένας κενός από συναισθήματα άνθρωπος που δεν διστάζει να κάνει το οτιδήποτε για να ικανοποιήσει την πάρτη του. Έχει χαράξει τον δικό του δρόμο της απληστίας και δεν αφήνει τίποτε να τον επηρεάσει. Ο Danny είναι υπερβολικά επιρρεπής και απροστάτευτος ώστε να ξεφύγει από την ηρωίνη αλλά βρίσκει με την βοήθεια της Βουλγάρας φίλης του Simon τον δρόμο να εξωτερικεύσει ότι τον έτρωγε όλα αυτά τα χρόνια. Ο Danny αγαπάει τους φίλους του αλλά αγαπάει περισσοτέρο την πρώην αγαπημένη του και τον γιο της. Τέλος ο Franco ως υπερβολικά βίαιος που "έπρεπε να πάρει τον κόσμο στα χέρια του" διαλέγει τον δρόμο της εκδίκησης.

Ο Danny Boyle προφανώς και κατάλαβε ότι δεν θα γινόνταν να βγάλει ταινία σαν την πρώτη. Καμιά ταινία (του) δεν θα ήταν τόσο in your face, σκληρή, κυνική, αστεία, βρωμερή, σοκαριστική και αποστασιωποιημένη ξανά. Τελευταία είχε εισχωρήσει για τα καλά στο Hollywood και την πολιτική ορθότητά του γυρίζοντας ταινίες (και παίρνοντας τόσα βραβεία και υποψηφιότητες) σαν το Slumdog Millionaire, 127 Hours, Steve Jobs. Οπότε πέρα από την βαριά κληρονομιά που κουβαλούσε με την πρώτη ταινία, είχε σαν ένα δεύτερο άσσο στο μανίκι το στοιχείο της νοσταλγίας. Τα καταφέρνει; Η απάντηση είναι και ναι και όχι. Παραδίδει μεν μια ταινία που είναι πολύ διασκεδαστική, με γεμάτη ενέργεια στην σκηνοθεσία της αλλά μερικά σεναριακά κενά και το αδιάφορο αυτή την φορά soundtrack δεν της επιτρέπουν να αφήσει κάτι παραπάνω από την ταμπέλα "σήκουελ του Trainspotting". Όσο για τον παράγοντα της νοσταλγίας, μερικές σκηνές είναι έντονες συναισθηματικά ενώ άλλες είναι απογοητευτικά αδιάφορες ακόμη και στα ίδια σημεία που είχαν γυριστεί κιόλας 20 χρόνια πριν.

Ας τα πάρουμε ένα ένα. Το χιούμορ επικρατεί στην περισσότερη διάρκεια της ταινίας και ευθύνεται για μερικές απολαυστικές σκηνές όπως στην συγκέντρωση των προτεσταντών, τις σκηνές του Begbie (που πάει να γίνει καρικατούρα αλλά ο Carlyle είναι αυτός που το ζει περισσότερο, θα μιλήσουμε πιο κάτω γι’αυτό) και προσωπικά το να βλέπω δύο σάπιους – πρεζάκια να παρουσιάζουν το business plan τους για χρηματοδότηση το βρήκα πολύ αστείο. Θα λέγαμε ότι το στοιχείο του χιούμορ βρίσκεται σε μεγαλύτερη ποσότητα από αυτό του δράματος και είναι από τους λόγους που θεωρώ ότι την δεύτερη ταινία θα μπορούσε να την δει και κάποιος που δεν έχει δει την πρώτη. Προσωπικά πιστεύω ότι το στοιχείο του δράματος δεν πείθει και αυτό είναι από τους λόγους που δεν θα μείνει η ταινία στην ιστορία. Οι δραματικές σκηνές της ταινίας που θεωρώ ότι αξίζουν έχουν σχέση με το παρελθόν και περισσότερο βασίζονται στο νοσταλγικό στοιχείο παρά στις νέες περιπέτειες που δημιουργούνται από την τωρινή ψυχοσύνθεση των χαρακτήρων. Παράδειγμα, η τελευταία συνάντηση και των τεσσάρων δεν μου είπε τίποτε σαν σκηνή όσο δραματική και να ήθελε να την κάνει ο σκηνοθέτης.


Ο Boyle έχει κέφια πίσω από την κάμερα και ακολουθεί με ζωντάνια τους ήρωες σε κάθε βήμα. Το τριπάρισμα και η πτώση του Danny από την πολυκατοικία στην αρχή είναι φόρος τιμής στην πρώτη ταινία όπως και όλα τα ποδοσφαιρικά στιγμιότυπα. Το πως έχουν αλλάξει τα πράγματα φαίνεται και στην σκηνή του κλαμπ με τους Simon και Mark να κάθονται και να βλέπουν – άλλος ένας φόρος τιμής. Αλλά κάπου προς το τέλος το χάνει και το κουράζει με την καταδίωξη του Franco στον Mark. Για να το κερδίσει και πάλι στην πολύ τελευταία σκηνή που είναι ο επίλογος και των δύο ταινιών.

Ωστόσο πέφτει στην παγίδα της ίδιας του της δημιουργίας, τόσο λόγω του στοιχείου της νοσταλγίας όσο και των σεναριογράφων. Μερικά σκηνικά δεν με έπεισαν και ας μην είναι τόσο σημαντικά. Δεν θυμάμαι πουθενά στην πρώτη ταινία να αναφέρεται ότι ο Renton και ο Sick Boy ήταν κολλητοί: αντίθετα, περισσότερο αυτό βγαίνει με τους Renton και Tommy. H ταινία μοιάζει σαν να προσπαθεί να δείξει και να πείσει το κοινό γι’αυτή την σχέση. Δεύτερον, θα προτιμούσα τον Franco να αποδράσει μαθαίνοντας κάπως ότι γύρισε ο Mark για να έχει το μίσος προς αυτόν και η ενέργειά του περισσότερη υπόσταση. Το ότι απέδρασε την ίδια στιγμή που γύρισε και ο Mark παραείναι σεναριακά εύκολο. Θα ξανασταθώ στον Franco για μια θεωρία που υπάρχει από την πρώτη ταινία και αυτή δεν είναι άλλη από το ότι είναι ομοφυλόφιλος. Υπάρχουν ενδείξεις στην δεύτερη ταινία αλλά το πως έχει γυναίκα και γιο είναι απορίας άξιο. Όχι ότι δεν θα μπορούσε αλλά το πως έγινε αυτό μιας και θεωρείται βέβαιο ότι κλείστηκε αμέσως στην φυλακή κατευθείαν στο τέλος της πρώτης ταινίας. Επίσης το ότι δεν τον ψάχνει η αστυνομία και αλωνίζει κάνοντας ότι γουστάρει δεν το θεωρείς και αμελητέο. Τέλος πάντων. Οι χαρακτήρες από εκεί και πέρα πείθουν βάση της εξέλιξής τους. Ο Mark είναι ο τύπος που θα δημιουργούσε και θα τα γκρέμιζε όλα, ο Franco είναι old-school, ο Danny είναι αδίστακτος και έτοιμος για το οτιδήποτε και ο Simon θα καταλήξει κάποια στιγμή σε φυλακή θέλοντας ή μη.

Τέλος, η νοσταλγία. Όπως αναφέραμε, μερικές σκηνές είναι υπέροχες και πατούν εξαιρετικά πάνω στις παλιές. Κλασικότερο παράδειγμα το χτύπημα στο αμάξι με το χαμόγελο του Mark. Ανατριχιαστική η όλη flashback σκηνή που αναφέρεται η λέξη “trainspotting". Χαμόγελο νοσταλγίας και συγκίνηση όταν βλέπεις τους 9 χρονους Simon και Marc να κάθονται δίπλα δίπλα στην pub της θείας του πρώτου. Χαμόγελο νοσταλγίας και πάρα πολλές καρδούλες για την υπέροχη Dianne που πολύ πολύ θα θέλαμε να είχε μεγαλύτερο ρόλο. Περίεργο που ένας σημαντικός χαρακτήρας της πρώτης ταινίας έχει μόνο ένα cameo χωρίς credits κιόλας. Ξανά χαμόγελο ανακούφισης αλλά και προβληματισμός για το τι θα ακολουθήσει μετά τον χορό του Mark στους ήχους του David Bowie στο τέλος. Αντίθετα δεν μου προκάλεσε καμία αντίδραση η “choose life” σκηνή του Mark και της Veronica και ακόμη να χωνέψω το πόσο αδιάφορη ήταν η επίσκεψη στον τάφο του Tommy 20 χρόνια πριν.  Ένα ακόμη αρνητικό στοιχείο είναι το αδιάφορο soundtrack, ειδικά όταν το αντίστοιχο της πρώτης ταινίας έχει γράψει ιστορία.

Ο Ewen Bremmer (Danny, Spud) χαρίζει την καλύτερη ερμηνεία στην ταινία με τον Robert Carlyle (Francis, Begbie) να τον ακολουθεί. Ο δεύτερος μάλιστα το έζησε τόσο πολύ που μετακόμισε μακριά από την οικογένειά του γιατί άρχισε να γίνεται ίδιος με τον ρόλο του. Ο Ewan McGregor είναι καλός και στα όρια του τυπικού ενώ ο Johnny Lee Miller μάλλον βαριέται χωρίς να είναι κακός.

Συνολικά το T2 Trainspotting είναι μια καλή ταινία που αξίζει προβολής. Επειδή κουβαλάει την αναντικατάστατη κληρονομιά του πρώτου δύσκολα θα έμενε στην ιστορία και το ήξεραν αυτό οι δημιουργοί της. Έχοντας ωστόσο αγαπήσει την πρώτη ταινία και τους ήρωές της οτιδήποτε καινούργιο που μαθαίνουμε γι’αυτούς είναι ευπρόσδεκτο αρκεί να μην είναι επιτηδευμένο. Το T2 Trainspotting δεν θεωρώ ότι είναι επιτηδευμένη ταινία. Δεν θεωρώ ότι βγήκε για να βγει. Έχει να προσφέρει αλλά τα 20 χρόνια ήταν πολλά τόσο για τους ηθοποιούς του όσο και για τον Danny Boyle. Έχει τα λάθη του αλλά έχει να προσφέρει. Θα το δείτε, θα διασκεδάσετε, θα γελάσετε, θα γελάσετε, ίσως στεναχωρηθείτε με μερικές στιγμές αλλά αυτό που σίγουρα θα κάνετε όταν μάθετε περισσότερα για το παρελθόν των ηρώων μας είναι να ξαναβάλετε την πρώτη ταινία. Και γιατί όχι, θα ευχηθείτε σε 20 χρόνια να μάθουμε ξανά τι γίνεται με αυτούς. Γιατί όπως γράφει και ο Danny: "πρώτα υπάρχει μια ευκαιρία και μετά έρχεται η προδοσία".